Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Τρελέ Τσιγγάνε



Ο Μάρτης προχωράει και το νταλικόφωνο επανέρχεται στα γνωστά αγαπημενο-ρουτινιάρικά του λουλουδάκια μου.

Όπερ μεθερμηνευόμενον, επιστροφή στα ελληνικά του σαββατοκύριακου, από κει που τα 'χαμε αφήσει, a savoir με την αναδρομή μας στο ρεμπέτικο.

Σήμερις, το νταλικόφωνο θέλει να σας μιλήσει για μία μεγάλη, μέγιστη κυρία του ρεμπέτικου (και όχι μόνο) τραγουδιου, την Ιωάννα Γεωργακοπούλου που, πολλοί την ξέρουν με το ιστορικό της ψευδώνυμο : η ρεμπέτισα.
Μία από τις σημαντικότερες και ιστορικότερες φωνές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, μία γυναίκα που, δυστυχώς έμεινε στην ιστορία και για τους καυγάδες της με τον Βασίλη Τσιτσάνη (που υπήρξε ένας από τους μέντορές της). Αλλά γι'αυτό θα πούμε παρακάτω.

Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας στα 1920 και από 2 χρονών έμεινε ορφανή από πατέρα. Αρκετά μικρή μετακομίζει στην Αθήνα, σ'ένα σπίτι με κήπο, επί της Λιοσίων, στα Θυμαράκια. Η μάνα της δούλευε παραδουλεύτρα για να ζήσει την οικογένειά της.
Η μικρή Ιωάννα, από 8 χρονών τραγουδούσε στην χωρωδία του Αγίου Παύλου, εκεί όπου την εντόπισε μία από τις τραγουδίστριες της "Μάντρας του Αττίκ", η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου.
Η Λυκιαρδοπούλου λάτρεψε τη φωνή της, αλλά ήταν πεπεισμένη (και ορθά όπως αποδείχτηκε) πως δεν έκανε για ελαφρολαϊκό. Έτσι, την σύστησε στον μαέστρο Γιάννη Βέλλα (τον πρώτο μέντορά της), με τον οποίο, στα 18 της (1938) ηχογράφησε τα δύο πρώτα της τραγούδια, τα χασάπικα Σμυρνιά και Χριστίνα.
Παρότι αρκετοί συνθέτες (μεταξύ των οποίων και ο μέγιστος Δημήτρης - Σαλονικιός- Σέμσης) εκφράστηκαν αρνητικά για τη φωνή της, η Columbia θα πιστέψει σ'αυτήν και, στα τέλη του 1938, θα ηχογραφήσει τραγούδια του Τούντα. Από κει θα την μάθει και ο Βασίλης Τσιτσάνης, θα της εμπιστευθεί ένα τραγούδι του (Οι Φιλενάδες) και, το Νοέμβρη του 1939, θα την ανεβάσει για πρώτη φορά στο πάλκο του "Δάσους", στον Βοτανικό, παρέα με Παπαϊωάννου, Παγιουμτζή και Τουρκάκη. Στα 1940, ο Τσιτσάνης την παίρνει μαζί του και στην "Όάση" (στο Περιστέρι), παρέα με τους Χιώτη, Στεφανάκη και Φοδαζίνο.
Μετά τον πόλεμο, η καριέρα της απογειώνεται, αφού θα συνεργαστεί και με τους άλλους μεγάλους, Χιώτη, Μητσάκη, Μπέμπη κ.α. Η συνεργασία της με τον Τσιτσάνη θα τελειώσει ξαφνικά και ανεξήγητα όταν, στα 1949, και χωρίς άλλη ειδοποίηση, ο Τσιτσάνης την παραμερίζει και ανεβάζει στο πάλκο την Μαρίκα Νίνου, στου "Τζίμη του Χοντρού".

Από το 1946 μέχρι το 1950, η δισκογραφία αναφέρει πως πάνω από 40 τραγούδια (44 για την ακρίβεια) είναι δικά της. Μεταξύ αυτών και το "Τρελέ Τσιγγάνε", το οποίο, όπως αναφέρει η ίδια, αναφέρεται σε υπαρκτό πρόσωπο, έναν τσιγγάνο αντάρτη του ΕΛΑΣ, τον οποίο συνέλλαβαν και δολοφόνησαν τα Ες Ες. Υπάρχουν πολλοί (και σημαντικοί) ρεμπέτες, που υποστήριζαν πως η Γεωργακοπούλου ουδέποτε έγραψε τραγούδια μόνη της και πως αυτά τα 44 ήταν τραγούδια που της χάρισαν διάφοροι συνθέτες. Αυτή είναι και η πιθανότερη εκδοχή, χωρίς όμως να είναι δυνατό ν'αποδειχθεί.
Για τον Τρελό Τσιγγάνο, η Γεωργακοπούλου μάλωσε άσχημα με τον Τσιτσάνη, όταν ο τελευταίος (που το θεωρούσε δικό του) έδωσε στον Μάνο Χατζιδάκι το τραγούδι "Αγάπη Που 'Γινες Δίκοπο Μαχαίρι" (για την ταινία Στέλλα), το οποίο, στην ουσία, πατάει πάνω στη μελωδία του Τσιγγάνου.
Παρόλα αυτά, γεγονός είναι, πως ο Τσιτσάνης της έγραψε τα ομορφότερα τραγούδια της.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που αμέσως μετά τον παραγκωνισμό της απ'τον Τσιτσάνη, η πορεία της πήρε απότομα την κατιούσα.

Άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο τον Αύγουστο του 2007, σε ηλικία 87 χρονών.

Το αφιέρωμα που ακολουθεί, για να είμαστε ξηγημένοι, περιέχει αυτά που μου αρέσουν από δαύτην. Άρα, και όπως αντιλαμβάνεστε, μερικά (και μάλιστα σπουδαία της) έχουν μείνει στην απόξω. Μην ξαναλέμε τα ίδια περί δημοκρατίας, ε; Εδώ κατεβάζουμε (αν θέμε)

Καλό μας Π/Σ/Κ

Ανάθεμα Τον Έρωτα
Αραπίνες (Νύχτες Μαγικές)
Αργοσβήνεις Μόνη
Αρτζεντίνα
Ας Με Κρίνει Η Κοινωνία
Αχάριστη
Δεν Θέλω Πια Να Σ' Αγαπώ
Δεν Με Στεφανώνεις
Δως Μου Φωτιά Ν' Ανάψω
Έχει Δίκιο Το Παιδί
Ηλιοβασίλεμα Σωστό
Η Άπιστη
Ξεκινά Μια Ψαροπούλα
Μη Με Μαλώνεις
Μπατίρης
Ο Πασατεμπάς
Τρελέ Τσιγγάνε
Βράδια Στη Χαβάη

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Μη μ'αρνηθείς μικρούλα μου


Στη συνέχεια του ταξιδιού της στο ρεμπέτικο τράγούδι, η νταλίκα σήμερις θέλει να σας μιλήσει για άλλον έναν μεγάλο.
Τον Κώστα Σκαρβέλη, τον μεγαλύτερο κιθαρίστα του ρεμπέτικου.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα 1880 και ασχολήθηκε με τη μουσική από τα 5 του.
Μεγαλώνοντας, και για ν'αποφύγει την κατάταξή του στου τούρκικο στρατό, έφυγε, μαζί με συγγενείς του για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί χάνονται τα ίχνη του, για να επανεμφανιστεί στην Αθήνα, στα 1915. Μέχρι τα 1922 εργάζεται σαν ειδικός τεχνίτης σε παπούτσια πολυτελείας.

Στα 1922, με την έλευση των μικρασιατών προσφύγων, ξαναβρίσκει γνωστά πρόσωπα από τη μουσική του νιότη και ξαναμπαίνει στον χορό. Στα 1923 ανεβαίνει για πρώτη φορά, σαν κιθαρίστας, στο πάλκο. Κι'όταν λέμε πάλκο, εννοούμε όλα τα ξακουστά μουσικά στέκια εκείνης της εποχής, ειδικά αυτά όπου ιδιοκτήτες ήταν μικρασιάτες : "Πουρούζης", "Πικίνος", "Αραράτ" και πολλά άλλα.

Στα 1924, με την έναρξη της μαζικής δισκογραφίας στην ελλάδα, παίρνει μέρος σε πολλές ηχογραφήσεις. Παρότι είχε πολύ καλή φωνή, προτιμούσε να συμμετέχει σαν κιθαρίστας και να κάνει μόνο δεύτερες φωνές σ'όλους τους γνωστούς εκείνης της εποχής : Νταλγκάς, Λαζαρίδης, Περπινιάδης, Καρίπης κλπ.
Τα πρώτα δικά του τραγούδια εμφανίζονται στα 1928-1929.

Από τα 1930 αναλαμβάνει την διεύθυνση της Columbia και θα μείνει στην ιστορία σαν ο πρώος καλλιτεχνικός διευθυντής της. Λόγω της θέσης του αυτής, ο Σκαρβέλης, μαζί με τους Σέμση, Περιστέρη, Τούντα και Δραγάτση (Ογδοντάκη), θα συνθέσουν την "ιερή" πεντάδα των μαέστρων-καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν το ελληνικό μουσικό ύφος του μεσοπολέμου.

Συνεργάστηκε στενά με τον Μάρκο Βαμβακάρη, και δισκογραφικά αλλά και στο πάλκο, αφού έπαιξε και στο μαγαζί του Μάρκου, στ'Άσπρα Χώματα της Κοκκινιάς, από το 1935 ίσαμε το 1937.

Από τις αρκετές εκατοντάδες τραγούδια που έγραψε, σήμερα σώζωνται περίπου 200, τραγουδισμένα από τους μεγαλύτερους της εποχής : Ασίκης, Ρούκουνας, Βαμβακάρης, Παπαϊωάννου, Αμπατζή, Εσκενάζυ, Παγιουμτζής και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Πέθανε στα 1942, μέσα στην Κατοχή, από ασιτία. Ποιός ; Αυτός που του 'δωσαν το παρατσούκλι "Παστουρμάς" επειδής 'ηταν καλοφαγάς.

Καλό μας Σαββατοκύριακο και καλό μας μήνα.

Θα Σε Κλέψω Θα Σε Πάρω
Θα Σε Πλανέψω Μια Φορά
Αγάπα Τη Μανούλα Μου
Δερβισάκι
Δυο Μάγκες Με Βαρέσανε
Ερηνάκι
Γιατί Να Με Γελάσεις
Κακιά Γειτόνισσα
Κακούργα Μάνα
Κανείς Δεν Βρέθηκε Γιατρός
Μαρικάκι Μου
Μέσα Στο Τουρκολίμανο
Μη Μ' Αρνηθείς Μικρούλα Μου
Όλο Ψέμματα Μου Λες
Όταν Το Πίνω Το Κρασί
Παραπονιάρα
Παραπονιέμαι στο Ντουνιά
Πια Δεν Με Γελάς
Πλανεύτρα
Σμυρνιά Καμωματού
Σπάστα Και Τα Πληρώνω
Στο Καφέ Αμάν
Τα Τσαχπίνικά σου Μάτια
Τουρκολιμανιώτισσα
Τράβα Ρε Μάγκα Και Αλάνι
Βρε Χήρα Κάθησε Καλά

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Μη με στέλνεις μάνα (στην Αμερική)


Καλημερούδια λατρείες.

Συνεχίζοντας σήμερα το ταξίδι μας στο ρεμπέτικο, σειρά παίρνει ένας άλλος πολύ μεγάλος (και άγνωστος σε αρκετούς), ο Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός.
Και λέω άγνωστος, γιατί δεν είναι απ'αυτούς που, κάποιοι, θεωρούν "πρώτης γραμμής" και, ως συνήθως, κάνουν λάθος.

Γεννήθηκε Δημήτριος Κουκουδέας, στα 1883 στην Στρώμνιτσα των Σκοπίων, η οποία όμως τότενες (Οθωμανική Αυτοκρατορία) ανήκε στο βιλαέρτι της Σαλονίκης, εξ' ού και το παρατσούκλι "σαλονικιός", αφού οι περισσότεροι τον νόμιζαν από κει.
Και, η αλήθεια είναι, πως από τα 1919 μετακόμισε στην Σαλονίκη.
Πριν όμως, είχε προλάβει να μάθει βιολί, από τον παππού του και τον πατέρα του, ομπρελάδες στο επάγγελμα, αλλά βιρτουόζοι βιολιστές. Μόνο που αυτός τους ξεπέρασε και τους δυο.
Σε ηλικία 16 ετών μπήκε στη μπάντα ενός τσίρκου, με το οποίο ταξίδεψε σ'όλα τα Βαλκάνια, στην Τουρκία, Αίγυπτο και μέχρι το Σουδάν.
Στα 1927 έρχεται και εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, όπου ασχολείται αποκλειστικά πλέον με τη μουσική.
Εκτός από τα τραγούδια του, θα μείνει στην ιστορία και σαν τον πρώτο οργανοπαίχτη του οποίου το όνομα αναγράφεται στις ετικέτες των δίσκων. Πολύ μεγάλη υπόθεση για κείνη την εποχή.
Στα 1929 γίνεται διευθυντής ηχογραφήσεων στην Columbia και την HMV, συμμετέχοντας έτσι σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις. Στα 1931 αναλαμβάνει την διεύθυνση μουσικής παραγωγής στην His Master's Voice, θέση που θα κρατήσει μέχρι το θάνατό του.

Τα πρώτα του τραγούδια τα παρουσίασε στα 1928.
Συνολικά πρέπει να 'γραψε πάνω από 100 τραγούδια, που τραγουδήθηκαν κυρίως από την Ρόζα Εσκενάζυ, αλλά και από άλλους της εποχής, όπως οι Ρίτα Αμπατζή, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης και άλλοι.
Θεωρείται (και είναι) μακράν ο μεγαλύτερος βιολιτζής στον χώρο του ρεμπέτικου (αλλά και του σμυρνέικου) τραγουδιού.
Πέθανε στα 1950 από καρκίνο.

Για όσους, λοιπόν, αγαπάνε το καλό ρεμπέτικο, δώστε προσοχή και βάση.
Αυτά και καλό μας Σαββατοκύριακο.

Απόψε Με Την Κούρσα Μου
Δεν Με Θέλεις Πια
Δυο Μαύρα Μάτια Γνώρισα
Εσύ 'Σαι Τρελοκόριτσο
Η Μαρίτσα Η Σμυρνιά
Μάνα Της Γιώργαινας Ο Γιος
Με Μπέρδεψαν Τα Μάτια Σου
Μη Με Στέλνεις Μάνα Στην Αμερική
Μην Ορκίζεσαι Βρε Ψεύτρα
Ο Γιάννης
Ο Πασατέμπος
Όλο Θέλεις Κι' Όλο Θέλεις
Σμυρνιά Καμωματού
Σπάστα Φως Μου Για Τα Μένα
Της Αγάπης Το Βοτάνι
Το Κόκκινο Σου Το Γοβάκι

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Χαρικλάκι (χτες το βράδυ)


Ύστερα από επιθυμία πολλών από σας (όχι πως με χαλάει δηλαδή), το νταλικόφωνο ξεκινάει από σήμερα, και για κάποια σαββατοκύριακα, ένα ταξιδάκι στο ρεμπέτικο τραγούδι.

Για την ετυμολογία της λέξης "ρεμπέτικο" έχουν χυθεί πολλά καντάρια μελάνης. Άλλοι υποστηρίζουν πως προέρχεται από το ρήμα "ρέμβομαι", που σημαίνει σουλατσάρω, τριγυρνώ. Άλλοι πως ο ρεμπέτης είναι ο πλανόδιος μουσικός. Κάποιοι πάλι, πως προέρχεται από το λατινικό "rebelis", που σημαίνει αντάρτης ή/και επαναστάτης. Τείνω να αποδεχτώ την τελευταία εκδοχή. Το γιατί θα το δούμε παρακάτω. Υπάρχουν πάντως κι'άλλες πολλές. Όρεξη να 'χουμε να το ψάχνουμε.
Πάντως, σαν όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις ετικέτες δύο δίσκων, που κυκλοφόρησαν στα 1912 και 1913 στην Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για δύο τραγούδια (Απονιά και Τίκι Τίκι Τακ) που, σε καμία περίπτωση, δεν θυμίζουν ρεμπέτικο τραγούδι, αφού πρόκειται για ελαφρά "επιθεωρησιακά" τραγουδάκια.
Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι οι ρεμπέτες θεωρούσαν τα τραγούδια τους λαϊκά, ο δε όρος άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στις αρχές της δεκαετίας του '60 από τον Ηλία Πετρόπουλο, που είναι ίσως ο μεγαλύτερος ερευνητής τους ρεμπέτικου.
Ο Πετρόπουλος χωρίζει την τριακονταετία της ακμής του ρεμπέτικου σε τρεις μεγάλες κατηγορίες-δεκαετίες : 1922-1932 (οι καταβολές της Σμύρνης), 1932-1942 (η κλασσική περίοδος) και 1942-1952 (η αποδοχή).

Ο λόγος που συμφωνώ με την ετυμολογική εκδοχή του επαναστάτη-αντάρτη είναι η προϊστορία του ρεμπέτικου. Πράγματι, από τα 1834, κι'ενώ οι ξένοι προσπαθούν να επιβάλλουν ττις σαχλο-καντρίλιες και τις πόλκες, στις λαϊκές πλατείες της Αθήνας αρχίζουν κι'εξαπλώνονται τα "μουρμούρικα" (τραγούδια της φυλακής) και τα "σεβνταλήτικα". Μέχρι τα 1900, τα ρεμπέικα γίνονται το σήμα κατατεθέν της φτωχολογιάς, αλλά και της αντίστασης σε κάθε είδους αρχή, ντόπια και ξένη.
Τότε είναι που εμφανίζονται και τα περίφημα "γιαλάδικα", στα κουτούκια του Πειραιά, τραγούδια που πήραν τ'όνομά τους από το επαναλαμβανόμενο "αμάν γιάλα" και το "γιαλελέλι", αλλά και τα "Καφέ Αμάν" που, όμως, θ'απαγορευτούν, σαν τούρκικα, γύρω στα μέσα του '30.
Το ρεμπέτικο μπαίνει στη δισκογραφία (και άρα εκτοξεύεται) στα 1932, με τις πρώτες ηχογραφήσεις του Κυρίου Μάρκου Βαμβακάρη ενώ, μέχρι τα 1942, έχει κορεστεί με την εμφάνιση όλων των τεράστιων του είδους, Παγιουμτζής, Μπαγιαντέρας, Χατζηχρήστος, Τσιτσάνης, Εσκενάζυ, Περπινιάδης και άλλοι πολλοί.
Στα 1936 η δικτατορία του Μεταξά επιβάλλει λογοκρισία και στο τραγούδι. Αυτό θα είναι και η αρχή του τέλους για το ρεμπέτικο, το αυθεντικό ρεμπέτικο δηλαδής, του χασισιού, του τεκέ, του μπασκίνα.
Οι ηχογραφήσεις, που σταμάτησαν στα 1941 με τη γερμανική κατοχή, θα ξεκινήσουν πάλι στα 1946, όπου θα λάμψει το άστρο του Κυρίου Βασίλη Τσιτσάνη και των Τσαουσάκη και Μπέλλου. Δεν μιλάμε όμως για το ατόφιο ρεμπέτικο, το οποίο πέθανε κάπου στα 1936 και την θέση του πήρε το αρχοντορεμπέτικο, το οποίο όμως είναι μια άλλη ιστορία.

Ξεκινώντας αυτό το αφιέρωμα στο ρεμπέτικο, η νταλίκα δεν θα μπορούσε παρά ν'ασχοληθεί μ'έναν από τους πιονέρους του είδους, τον σημαντικότερο ίσως εκπρόσωπο της σχολής της Σμύρνης, τον άρχοντα Παναγιώτη Τούντα
Ανήκει στην ομάδα αυτών των μικρασιατών μουσικών που, μετά την καταστροφή του 1922, διαμόρφωσαν και καταξίωσαν το ρεμπέτικο τραγούδι στην ελλάδα.
Γεννήθηκε στα 1886 στη Σμύρνη και η πολύ καλή οικονομική κατάσταση των γονιών του, τού επέτρεψε νάσχοληθεί από μικρός με τη μουσική.
Μέλος από μικρός της "Σμυρνέϊκης Εστουδιαντίνας" του Σιδέρη (γνωστή και σαν Τα Πολιτάκια), ταξίδεψε σ'όλον τον κόσμο, όπου υπήρχαν έλληνες, και ψυχαγωγούσε την ομογένεια. Έτσι πρωτοήρθε και στην ελλάδα.
Μετά την μικρασιατική καταστροφή, ήρθε στην Αθήνα, όπου κι'έβγαζε μεροκάματο σαν μαντολινίστας σε διάφορα κέντρα.
Στα 1924 γίνεται διευθυντής του ελληνικού παραρτήματος της γερμανικής ODEON και συνεργάζεται με όλες τις δισκογραφικές εταιρίες, διευθύνοντας την συντριπτική πλειοψηφία των ηχογραφήσεων.
Στα 1931 γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της HIS MASTER VOICE, θέση που θα κρατήσει μέχρι τον πόλεμο του 1940.

Παρότι άγνωστος στους περισσότερους (κι'άμα σας πω πως το Χαρικλάκι είναι δικό του;), ηχογράφησε πάνω από 350 τραγούδια του, συνεργαζόμενος με τις μεγαλύτερες ελληνικές προπολεμικές φωνές : Ρούκουνας, Περπινιάδης, Κασιμάτης, Βιδάλης, Διατσέντε, Σταυροπούλου, Μένδρη, Περδικόπουλος, Παγιουμτζής, Μαρίκα η Πολίτισσα και τόσους άλλους. Τραγούδια του έχουν τραγουδήσει και η Αλεξίου, η Αρβανιτάκη, η Τσαλιγοπούλου, ακόμα κι'ο ακατονόμαστος.

Πέθανε μέσα στην κατοχή, στα 1942 από ρευματισμούς.

Πάμε να πάρουμε πρέζα, αφού σας πω, ότι οι ηχογραφήσεις είναι της εποχής, άρα όχι και τόσο καλές ηχητικά. Είναι όμως πολύτιμα συλλεκτικά διαμάντια.

Αυτά και καλό μας Σαββατοκύριακο.

Μόρτισσα Κακιά
Αγαπησιάρης
Το Σωφεράκι
Μικροπαντρεμένη
Αν Σ' Αγαπώ Τι Φταίω Εγώ
Στην Αθήνα
Φέρτε Πρέζα Να Πρεζάρω
Αερόπλανο Θα Πάρω
Χαρικλάκι
Τσαχπίνα
Τουρκολιμανιώτισσα Γλυκειά
Τομπούρλικα
Το Ρολογάκι Που Φορείς
Το Μινόρε Της Ταβέρνας
Στου Συγγρού
Σμυρνιά
Σαν Δεν Ήξερες
Προσφυγοπούλα
Πριγκηπιώτισσα
Γιατί Φουμάρω Κοκαΐνη