Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Στου Τζίμη του Χοντρού


Όπως μου 'λεγε και ο Αρίστος, σ'αυτή τη ζωή πρέπει να κυκλοφορούμε συνέχεια μ'ένα κασετοφωνάκι στην τσέπη. Νόμος.

Απέναντι από το κρεβάτι του φάδερ, στο νοσοκομείο, είναι ο Δημήτρης. Ένας βαρύμαγκας πειραιώτης σε προχωρημένο στάδιο καρκίνου. Νοσηλεύεται για βαριά λοίμωξη του αναπνευστικού και, 15 ώρες τη μέρα, είναι με οξυγόνο. Ο Δημήτρης έχει έναν αδελφό, τον Ηλία, όχι πάνω από 1,50, χοντρούλη και το ίδιο μαγκάκι μ'αυτόν.
Ο Ηλίας, πατημένα τα 80, δούλευε σερβιτόρος μέχρι τις αρχές των '90, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Επειδής δούλεψε στις ιστορικότερες ταβέρνες-μπουζουκτσίδικα της Αθήνας, ο μάγκας είναι εγκυκλοπαίδεια. Κυριολεκτικά.
Που λέτε, στο κηπάκι του Ερυθρού Σταυρού, προχθές, μ'ένα πλαστικό ποτήρι καφέ και κάτω από ένανπερίεργα ζεστό νοεμβριανό ήλιο, ο Ηλίας μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία, απ'αυτές που γράφεις βιβλίο χαλαρά.
Ήταν στα 1955 και ο Ηλίας δούλευε στην θρυλική ταβέρνα του Τζίμη του Χοντρού (κατά κόσμον Δημήτρη Μάρκου, το κέντρο της οδού Αχαρνών 77 (κοντά στην πλατεία Βικτωρίας), όπου γαλουχήθηκε το ελληνικό λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι, ένα ναό της ελληνικής λαϊκής μουσικής σκηνής, απ'τον οποίον πέρασαν όλα (σχεδόν) τα ιερά της τέρατα.
Κάθε πρωί (τι πρωί, δηλαδής, μεσημέρι και βάλε), ο Ηλίας και οι υπόλοιποι μικροσερβιτόροι (τότε), γέμιζαν τα ψυγεία με μπύρες για τη βραδυνή "λειτουργία". Βλέπετε, εκείνη την εποχή, οι βεντέτες του προγράμματος ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης και η Μαρίκα Νίνου.
Φοβερή εντύπωση του έκανε το γεγονός, πως τα ξημερώματα, όταν σκούπιζαν το μαγαζί μετά το ραβαϊσι, δεν έβρισκαν σχεδόν κανένα τσιγκάκι από τις εκατοντάδες μπύρες που κατανάλωναν οι θαμώνες. Κι'αυτό κάθε μέρα. Ο Ηλίας ήταν όμως μικρός τότε και είχε μάθει να μην κάνει πολλές ερωτήσεις, για να 'χει το κεφάλι του ήσυχο (και τη δουλειά του σίγουρη).
Ένα βράδυ, μπήκε στο μαγαζί ένας τύπος, που έκανε μπαμ από μακρυά πως ήταν "της ασφάλειας". Κάθισε σ'ένα τραπέζι, παρήγγειλε κρασί, δεν ήπιε σχεδόν καθόλου, δεν φαινόταν να τον ενδιαφέρει το πρόγραμμα, παρά μόνο οι κινήσεις των θαμώνων. Αυτό επαναλήφτηκε 3-4 βράδυα.
Το τέταρτο βράδυ, κι'ενώ ο γιος του Τζίμη του Χοντρού, Γιώργος Σουρδής (ή Τζιμάκης - μην σας παραξενεύει το διαφορετικό επώνυμο, ήταν υιοθετημένος) έβγαινε από την κουζίνα, ο ασφαλίτης τον πλησίασε και τον συνέλαβε. Μαζί μ'αυτόν και τον Τζίμη. Τι είχε συμβεί;
Τα παλιά τσιγκάκια μπύρας (για όσους θυμούνται) από μέσα είχαν ένα διαφανές πλαστικό προστατευτικό και, πιο μέσα, φελό. Έπαιρναν, που λέτε τα τσιγκάκια, έβγαζαν το πλαστικό και τον φελό, τα παραγέμιζαν με "άσπρη", ξανάβαζαν τα προστατευτικά και διακινούσαν τη σκόνη χαλαρά.
Την επόμενη μέρα, και οι δύο επέστρεψαν κανονικά στα σπίτια τους...

Δεν είχα μαζί μου κασετοφωνάκι. Κάποιος ελληνοαμερικάνος, όμως, είχε. Πομπινόφωνο απ'τα καλά (για τους γνωρίζοντες). Που το 'χε φέρει απ'το Νιου Γιορκ. Και που το πήγε στου Τζίμη του Χοντρού, στα κρυφά, για να ηχογραφήσει το πρόγραμμα.
Μια βραδυά του Μάη του 1955, ακούμπησε το πομπινόφωνο πάνω στο τραπέζι, το σκέπασε με μια πετσέτα και έβαλε το μικρόφωνο σχεδόν πάνω στο πάλκο.
Κι'έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη ελληνική ζωντανή ηχογράφηση στην Ελλάδα. Όχι η πρώτη που κυκλοφόρησε. Η πρώτη που έγινε ποτέ. Τόσο απλά.
Το δε μικρόφωνο είναι τόσο ευαίσθητο, που όλοι οι ήχοι είναι παρόντες. Από το σύνθημα της αρχής, μέχρι το πέρασμα ενός μοτοσακού απ'έξω. Κι'από τις παρεμβολές και διακοπές των οργάνων, μέχρι το σύνθημα του τέλος (κάτι σαν το "ανοίξτε τα παράθυρα, να φύγουν τα ντουμάνια" ένα πράμα).

Το Η Μαρίκα Νίνου στου Τζίμη του Χοντρού είναι ένας δίσκος-ιστορία. Είναι το συνηθισμένο πρόγραμμα μιας καθημερινής σε μια θρυλική ταβέρνα, ο πρώτος που μας μετέφερε, μας έμπασε μέσα στο κλίμα της εποχής
Η Μαρίκα Νίνου κυριαρχεί απόλυτα, παρά την παρουσία του Βασίλη Τσιτσάνη στο πάλκο. Φωνή με απίστευτο μέταλλο, προσωπικότητα έντονη και ερμηνεία χωρίς την παραμικρή υποχώρηση. Κι'όλα αυτά, έναν περίπου χρόνου πριν πεθάνει ξαφνικά (στα 1956)
Το πομπινόφωνο ηχογράφησε περίπου 20 με 22 τραγούδια-ύμνους για το ρεμπέτικο. Η πομπίνα έμεινε θαμμένη στα συρτάρια για πάνω από 20 χρόνια, όταν, στα 1976, την ανακάλυψε ο Σταύρος Ξαρχάκος. Σ'αυτόν χρωστάμε την επιλογή των τραγουδιών (11 τον αριθμό) και τη μουσική επιμέλεια.
Το βινύλιο κυκλοφόρησε στα 1977 από την Venus ενώ, στα 1992, κυκλοφόρησε και σε cd.

Αυτά τα ολίγα και καλή μας εβδομάδα.

Γκιουλμπαχάρ
Βαλεντίνα
Τα Λερωμένα Τ' Άπλυτα
Βόλο-Λάρισα-Καρδίτσα
Σεράχ
Μεσ' Της Ζωής Το Πονηρό Το Μονοπάτι
Αμανές
Παλαμάκια
Τα Καβουράκια
Τα Μάνταλα
Ο Μπουφετζής