Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Συννεφιασμένη Κυριακή


Να σας πω αρχικά, πως η επιλογή του τραγουδιού είναι σημειολογική. Χωρίς να επεκταθώ, γιατί και βαριέμαι και μου βγαίνει η αηδία από τ'αυτιά.
Να μην αδικήσουμε όμως την τραγουδάρα μας. Κρίμα κι'άδικο.
Μιλάμε για ένα από τα μεγαλύτερα, ιστορικότερα κι'ότι άλλο θέτε να προσθέσετε ρεμπέτικα, λαϊκά ή αρχοντορεμπέτικα διαμάντια που γέννησε τούτος ο τόπος.
Την Συννεφιασμένη Κυριακή

Που, εκτός του ότι δεν πρέπει να υπάρχει άνθρωπος που να μην την έχει τραγουδήσει (άντε και χορέψει), έχει και μερικά ενδιαφέροντα παρασκήνια.
Κυρίως αναφορικά με την πατρότητα των στίχων.
Για όσους το 'χουν ψάξει (ή το παρακολουθούν) ο Βασίλης Τσιτσάνης είχε τη φήμη "κλέφτουρα" στίχων. Πράγματι, πολλοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται (και όχι άδικα λέω εγώ) πως συχνά-πυκνά έπαιρνε στίχους άλλων, περίμενε λίγο καιρό, και μετά τους σκάρωνε τραγούδια, μοστράροντας τ'όνομά του σαν στιχουργό. Σ'αυτή την κατηγορία (χωρίς να τα υιοθετώ όλα) ανήκουν τα Αχάριστη, Για Μια Παλιά Μου Αγάπη, Γλυκοχαράζουν Τα Βουνά και μερικά άλλα.
Το ίδιο ισχυρίστηκαν κάποιοι πως έγινε και με το διαμάντι μας. Μόνο που δεν είναι ακριβώς έτσι.

Πριν ξεκινήσουμε, να πούμε, πως τον τίτλο ο Τσιτσάνης τον εμπνεύστηκε από ένα τραγούδι του 1933, το "Θλιμμένη Κυριακή" (Szomoru Vasarnap), το οποίο είναι και το πιο γνωστό τραγούδι του μαγυάρου πιανίστα και συνθέτη Rezso Seress (1869-1968).
Να πούμε επίσης, πως χρειάστηκαν 5 ολόκληρα χρόνια στον Τσιτσάνη να το γράψει, αφού το ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη στα 1943 και το τελείωσε στα 1948.
Και να πάμε στην πολεμική για την πατρότητα των στίχων του.
Ο ίδιος ο Τσιτσάνης αναφέρει (σε αρκετές συνεντεύξεις του), πως η ιδέα του ήρθε τα κατοχικά Χριστούγεννα του 1943 όταν, γυρίζοντας χαράματα από την ταβέρνα, είδε τα αίματα ενός αντιστασιακού, που είχαν σκοτώσει οι ναζί έξω από το σπίτι του. Αναφέρει επίσης, ότι τυραννήθηκε τόσα χρόνια, επειδής έψαχνε να βρει μια τρισύλλαβη επαναληπτική λέξη για το "συννεφιά", πριν καταλήξει τελικά στην ίδια. Αυτά ίσχυαν μέχρι τα 1977.
Στα 1977, ο συγγρεφέας της "Ρεμπέτικης Ανθολογίας", μουσικο-λαογράφος Τάσος Σχορέλης, γνωστός πολέμιος του Τσιτσάνη, μας δίνει την δική του ερμηνεία. Σύμφωνα λοιπόν με τον Σχορέλη, στιχουργός του διαμαντιού ήταν ο Αλέκος Γκούβερης, στιχουργός και στενός συνεργάτης του Τσιτσάνη. Η δε έμπνευσή του καταφανώς πιο ποταπή : γράφτηκε, λέει, με την ευκαιρία μιας ήττας της ποδοσφαιρικής ομάδας της Λάρισας, της οποίας ο Γκούβερης ήταν φανατικός οπαδός.
Ο Τσιτσάνης, μη θέλοντας να θίξει τον παλιό του φίλο και συνεργάτη, δεν απάντησε. Όχι όμως μόνο γι'αυτό, αφού η αλήθεια είναι κάπου στη μέση.
Πράγματι, λίγο καιρό μετά, σε μια συνέντευξή του στον Παύλο Γεραμάνη, ο Τσιτσάνης παραδέχτηκε, πως ο "καλός του φίλος" Γκούβερης τον βοήθησε στη συγγραφή των στίχων. Πράγμα που μάλλον ισχύει αφού, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του Τσιτσάνη, στα 2004, ο μουσικοσυγγραφέας Κώστας Χατζηδουλής, σ'ένα αφιέρωμα του Ταχυδρόμου για τον συνθέτη, αναφέρει δήλωση του Γκούβερη από τα 1947, σύμφωνα με την οποία "...συνεβάλα στην αποπεράτωση των στίχων με την προσθήκη ενός κουπλέ...".
Κι'αυτή πρέπει να 'ναι και η αλήθεια αφού, έτσι για την αλητεία, να πούμε πως στα 1947 δεν υπήρχε Α.Ε. Λάρισας στο ποδόσφαιρο. Οπότε...
Πικάντικη ιστοριούλα για ένα τεράστιο τραγούδι. Έτσι για να μαθαίνουμε.

Η πρώτη γραμμοφώνηση (έτσι τις λέγανε τότε τις ηχογραφήσεις) έγινε στα 1948 με τους Πρόδρομο Τσαουσάκη και την Σωτηρία Μπέλλου. Για την ιστορία (αλλά και το αστείο του πράγματος) να σας πω, ότι και ο Τσαουσάκης συνέβαλε στους στίχους αφού, ερμηνεύοντάς το, έκανε κάθος κι αντί για "πλακώνεις την καρδιά μου" είπε "ματώνεις την καρδιά μου", πράγμα που άρεσε στον Τσιτσάνη, ο οποίος και το κράτησε.


Όποιος έχει πιάσει μπουζούκι (ή κιθάρα, ή ούτι, ή σιτάρ) έχει διασκευάσει το διαμάντι μας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα παίξουμε τα χαζονιαουρίσματα του Νταλάρα ή τις λαϊκο-όπερες της Μοσχολιού (παρότι την αγαπώ και την τιμώ).
Λίγα και καλά.
Ξεκινώντας από τον ίδιο τον συνθέτη, ο οποίος το ηχογράφησε στα 1965 (από και και το εξώφυλλο της ανάρτησης)


Ευτυχώς για μας, η Σωτηρία Μπέλλου δεν άντεξε μόνο τα β' φωνητικά της πρώτης εκτέλεσης και, κάποια στιγμή, αποφάσισε να το ηχογραφήσει μόνη της.


Μαγική ερμηνεία είχαμε και από τον Στέλιο Καζαντζίδη, ο οποίος το συμπεριέλαβε σ'έναν πολύ μεγάλο του δίσκο, Ο Καζαντζίδης Τραγουδάει Τσιτσάνη



Και κλείνω μ'άλλη μία επική ερμηνεία. Την χρωστάμε στον Δημήτρη Μητροπάνο, ο οποίος, παρότι το συμπεριλάμβανε συνέχεια στο live ρεπερτόριό του, δεν το ηχογράφησε ποτέ σε studio.
Καλή Κυριακή, καλά κουράγια και ραντεβού στο δρόμο.



<