Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Εκείνο το μήνα, Δεκέμβρης ήταν ή Νοέμβρης, είχα στ' αλήθεια αποφασίσει να τελειώνω. Το περίστροφό της ήταν εκεί, στα δεξιά, το κοιτούσα που και που, δεν ξεχνούσα εκείνον τον μαύρο λεκέ στο συρτάρι, το παράθυρο που έβλεπε στη βρεγμένη αυλή, το στενό και άσχημα επιπλωμένο δωμάτιο, τον χοντρό βρωμιάρη σπιτονοικοκύρη που κάθε τόσο ερχόταν και ούρλιαζε επειδή είχα ξεχάσει ανοιχτό το φως του διαδρόμου.
Λεφτά είχα για ακόμα οχτώ-δέκα μέρες, αλλά καλύτερα να τα ξόδευα σε μια νύχτα, όχι, και μετά, κλακ, καλησπέρα μπουκωμένε ορίζοντα, γαμείστε τις βλακείες. Σε τέτοιες περιστάσεις οι βρισιές σου την δίνουν κατακέφαλα, εκρήγνυνται σιωπηρά, απευθύνονται σε μια αδιάφορη και με σκατένιο φόντο μάζα. Βαρεμάρα με άλλα λόγια.

Θα μου άρεσε ν' αφήσω το πτώμα μου σαν πριμ απελπισίας τον σπιτονοικοκύρη. Η αστυνομία θα του έσπαγε τ'αρχίδια, γουστάρω, θα μπορούσα να σκηνοθετήσω και κάτι της τελευταίας στιγμής, μόνο και μόνο για να ρίξω στα σκατά αυτό το φασιστοειδές κήτος. Τι μαλάκας. Χήρος κι όλας. Στα τελευταία της έπρεπε να είχε κουφαθεί η γυναίκα του. Μια πουτάνα σαν κι αυτόν, χοντρή που το λίπος της λέρωνε τα τεφτέρια της. Αναρωτιόμουν, γιατί αυτό το χοντρό κτήνος, που ήταν πάντα έτοιμος να πυροβολήσει ότι κινείται, δεν την σκότωνε μια και καλή. Αλλά πάλι, όχι. Θα ήταν πολύ γενναιόδωρη πράξη. Μην ανακατεύουμε τις ουσίες. Ο θάνατος δεν αποπνέει ισότητα, ότι κι αν μας λένε.

http://www.youtube.com/watch?v=OYn5hxeFt10

Δεν υπάρχουν σχόλια: