Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Χαρικλάκι (χτες το βράδυ)


Ύστερα από επιθυμία πολλών από σας (όχι πως με χαλάει δηλαδή), το νταλικόφωνο ξεκινάει από σήμερα, και για κάποια σαββατοκύριακα, ένα ταξιδάκι στο ρεμπέτικο τραγούδι.

Για την ετυμολογία της λέξης "ρεμπέτικο" έχουν χυθεί πολλά καντάρια μελάνης. Άλλοι υποστηρίζουν πως προέρχεται από το ρήμα "ρέμβομαι", που σημαίνει σουλατσάρω, τριγυρνώ. Άλλοι πως ο ρεμπέτης είναι ο πλανόδιος μουσικός. Κάποιοι πάλι, πως προέρχεται από το λατινικό "rebelis", που σημαίνει αντάρτης ή/και επαναστάτης. Τείνω να αποδεχτώ την τελευταία εκδοχή. Το γιατί θα το δούμε παρακάτω. Υπάρχουν πάντως κι'άλλες πολλές. Όρεξη να 'χουμε να το ψάχνουμε.
Πάντως, σαν όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις ετικέτες δύο δίσκων, που κυκλοφόρησαν στα 1912 και 1913 στην Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για δύο τραγούδια (Απονιά και Τίκι Τίκι Τακ) που, σε καμία περίπτωση, δεν θυμίζουν ρεμπέτικο τραγούδι, αφού πρόκειται για ελαφρά "επιθεωρησιακά" τραγουδάκια.
Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι οι ρεμπέτες θεωρούσαν τα τραγούδια τους λαϊκά, ο δε όρος άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στις αρχές της δεκαετίας του '60 από τον Ηλία Πετρόπουλο, που είναι ίσως ο μεγαλύτερος ερευνητής τους ρεμπέτικου.
Ο Πετρόπουλος χωρίζει την τριακονταετία της ακμής του ρεμπέτικου σε τρεις μεγάλες κατηγορίες-δεκαετίες : 1922-1932 (οι καταβολές της Σμύρνης), 1932-1942 (η κλασσική περίοδος) και 1942-1952 (η αποδοχή).

Ο λόγος που συμφωνώ με την ετυμολογική εκδοχή του επαναστάτη-αντάρτη είναι η προϊστορία του ρεμπέτικου. Πράγματι, από τα 1834, κι'ενώ οι ξένοι προσπαθούν να επιβάλλουν ττις σαχλο-καντρίλιες και τις πόλκες, στις λαϊκές πλατείες της Αθήνας αρχίζουν κι'εξαπλώνονται τα "μουρμούρικα" (τραγούδια της φυλακής) και τα "σεβνταλήτικα". Μέχρι τα 1900, τα ρεμπέικα γίνονται το σήμα κατατεθέν της φτωχολογιάς, αλλά και της αντίστασης σε κάθε είδους αρχή, ντόπια και ξένη.
Τότε είναι που εμφανίζονται και τα περίφημα "γιαλάδικα", στα κουτούκια του Πειραιά, τραγούδια που πήραν τ'όνομά τους από το επαναλαμβανόμενο "αμάν γιάλα" και το "γιαλελέλι", αλλά και τα "Καφέ Αμάν" που, όμως, θ'απαγορευτούν, σαν τούρκικα, γύρω στα μέσα του '30.
Το ρεμπέτικο μπαίνει στη δισκογραφία (και άρα εκτοξεύεται) στα 1932, με τις πρώτες ηχογραφήσεις του Κυρίου Μάρκου Βαμβακάρη ενώ, μέχρι τα 1942, έχει κορεστεί με την εμφάνιση όλων των τεράστιων του είδους, Παγιουμτζής, Μπαγιαντέρας, Χατζηχρήστος, Τσιτσάνης, Εσκενάζυ, Περπινιάδης και άλλοι πολλοί.
Στα 1936 η δικτατορία του Μεταξά επιβάλλει λογοκρισία και στο τραγούδι. Αυτό θα είναι και η αρχή του τέλους για το ρεμπέτικο, το αυθεντικό ρεμπέτικο δηλαδής, του χασισιού, του τεκέ, του μπασκίνα.
Οι ηχογραφήσεις, που σταμάτησαν στα 1941 με τη γερμανική κατοχή, θα ξεκινήσουν πάλι στα 1946, όπου θα λάμψει το άστρο του Κυρίου Βασίλη Τσιτσάνη και των Τσαουσάκη και Μπέλλου. Δεν μιλάμε όμως για το ατόφιο ρεμπέτικο, το οποίο πέθανε κάπου στα 1936 και την θέση του πήρε το αρχοντορεμπέτικο, το οποίο όμως είναι μια άλλη ιστορία.

Ξεκινώντας αυτό το αφιέρωμα στο ρεμπέτικο, η νταλίκα δεν θα μπορούσε παρά ν'ασχοληθεί μ'έναν από τους πιονέρους του είδους, τον σημαντικότερο ίσως εκπρόσωπο της σχολής της Σμύρνης, τον άρχοντα Παναγιώτη Τούντα
Ανήκει στην ομάδα αυτών των μικρασιατών μουσικών που, μετά την καταστροφή του 1922, διαμόρφωσαν και καταξίωσαν το ρεμπέτικο τραγούδι στην ελλάδα.
Γεννήθηκε στα 1886 στη Σμύρνη και η πολύ καλή οικονομική κατάσταση των γονιών του, τού επέτρεψε νάσχοληθεί από μικρός με τη μουσική.
Μέλος από μικρός της "Σμυρνέϊκης Εστουδιαντίνας" του Σιδέρη (γνωστή και σαν Τα Πολιτάκια), ταξίδεψε σ'όλον τον κόσμο, όπου υπήρχαν έλληνες, και ψυχαγωγούσε την ομογένεια. Έτσι πρωτοήρθε και στην ελλάδα.
Μετά την μικρασιατική καταστροφή, ήρθε στην Αθήνα, όπου κι'έβγαζε μεροκάματο σαν μαντολινίστας σε διάφορα κέντρα.
Στα 1924 γίνεται διευθυντής του ελληνικού παραρτήματος της γερμανικής ODEON και συνεργάζεται με όλες τις δισκογραφικές εταιρίες, διευθύνοντας την συντριπτική πλειοψηφία των ηχογραφήσεων.
Στα 1931 γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της HIS MASTER VOICE, θέση που θα κρατήσει μέχρι τον πόλεμο του 1940.

Παρότι άγνωστος στους περισσότερους (κι'άμα σας πω πως το Χαρικλάκι είναι δικό του;), ηχογράφησε πάνω από 350 τραγούδια του, συνεργαζόμενος με τις μεγαλύτερες ελληνικές προπολεμικές φωνές : Ρούκουνας, Περπινιάδης, Κασιμάτης, Βιδάλης, Διατσέντε, Σταυροπούλου, Μένδρη, Περδικόπουλος, Παγιουμτζής, Μαρίκα η Πολίτισσα και τόσους άλλους. Τραγούδια του έχουν τραγουδήσει και η Αλεξίου, η Αρβανιτάκη, η Τσαλιγοπούλου, ακόμα κι'ο ακατονόμαστος.

Πέθανε μέσα στην κατοχή, στα 1942 από ρευματισμούς.

Πάμε να πάρουμε πρέζα, αφού σας πω, ότι οι ηχογραφήσεις είναι της εποχής, άρα όχι και τόσο καλές ηχητικά. Είναι όμως πολύτιμα συλλεκτικά διαμάντια.

Αυτά και καλό μας Σαββατοκύριακο.

Μόρτισσα Κακιά
Αγαπησιάρης
Το Σωφεράκι
Μικροπαντρεμένη
Αν Σ' Αγαπώ Τι Φταίω Εγώ
Στην Αθήνα
Φέρτε Πρέζα Να Πρεζάρω
Αερόπλανο Θα Πάρω
Χαρικλάκι
Τσαχπίνα
Τουρκολιμανιώτισσα Γλυκειά
Τομπούρλικα
Το Ρολογάκι Που Φορείς
Το Μινόρε Της Ταβέρνας
Στου Συγγρού
Σμυρνιά
Σαν Δεν Ήξερες
Προσφυγοπούλα
Πριγκηπιώτισσα
Γιατί Φουμάρω Κοκαΐνη