Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Μην Περιμένεις Πια





Καλημέρα.
Ένας ακόμα από τους ελάχιστους εναπομείναντες Μεγάλους Λαϊκούς τραγουδιστές μας άφησε χρόνους μέσα στο 2012. Και μάλιστα, ίσως ένας από τους 5 αυθεντικότερους όλων των εποχών. Από την αρχή μέχρι το τέλος του.

Γεννήθηκε Μιχάλης Καλογράνης, στα 1932 στο αγαπημένο του Μενίδι, από το οποίο δανείστηκε και το καλλιτεχνικό του Μιχάλης Μενιδιάτης.
Από μικρός γούσταρε τρελλά πενιές και, παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις του πατέρα του (φύλακας στη Λαχαναγορά), αποφάσισε ν'ασχοληθεί με το τραγούδι βιοποριστικά.
Η πρώτη του εμφάνιση σε παλκοσένικο ήταν στα 1953, στην διάσημη ταβέρνα "Δροσιά" στο Μενίδι, που οι μυημένοι την ήξεραν σαν "Γκίκας", από το όνομα του ιδιοκτήτη της Δημήτρη Γκίκα, ενός αρβανίτη που δεν σήκωνε πολλά-πολλά. Μια ταβέρνα κυριολεκτικά μέσα σε περβόλια, μ'ένα ποταμάκι παραδίπλα και αμέτρητες συκιές.
Εκεί συνάντησε τον Γεράσιμο Κλουβάτο, έναν από τους πιο μαγκιόρους μαέστρους της εποχής, στον οποίο οφείλει το πρώτο του τραγούδι, αλλά και τις πρώτες πολύτιμες συμβουλές για τη νύχτα. Το τραγούδι ήταν το "Θα Χτίσω Μια Καλύβα", που ηχογραφήθηκε στα 1954 αλλά που κυκλοφόρησε στα 1957 (από την ODEON), λόγω της εντελώς ηλίθιας λογικής των δισκογραφικών τότε να καθυστερούν επίτηδες τους νέους τραγουδιστές για να τους σπάσουν τον τσαμπουκά.
Αλλά απ'αυτόν ο Μενιδιάτης είχε μπόλικο. Εκμεταλευόμενος την πολύχρονη απουσία του Κλουβάτου στην Αμερική, πετυχαίνει να σπάσει το συμβόλαιό του με την ODEON και υπογράφει στην Columbia. Μιλάμε για απόφαση ζωής, αφού εκεί θα συναντήσει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τα πάντα : τον Απόστολο Καλδάρα.
Τον Καλδάρα τον γνώρισε στα 1953, όταν ακόμα ήταν πιτσιρίκος, σ'ένα μαγαζί στην πλ. Βάθη (την περίφημη Ζούγκλα). Από τα 1960 όμως, συνεργάστηκαν σε δίσκους και πάλκα και ο Μενιδιάτης αρχίζει να σπάει όλα τα κοντέρ, με τις επιτυχίες να διαδέχονται η μία την άλλη.
Παράλληλα αρχίζει και συνεργασίες με άλλους γνωστούς συνθέτες και στιχουργούς της εποχής, αφού σαν όνομα μετράει όσο λίγα : Άκης Πάνου, Καραμπεσίνης κλπ.
Κάποια εποχή, γίνεται και ιδιοκτήτης της "Φαντασίας", μαγαζί που, όπως μέχρι το τέλος του περηφανεύοταν, δεν πάτησε ποτέ μπράβος, αφού αυτός και τ'αδέλφια του έκαναν τα κουμάντα τους και έλεγχαν τα πάντα.
Γνήσια και ανέρωτη λαϊκούρα. Σας τα 'πα.
Πέθανε προχθες, 21 Αυγούστου 2012, στο νοσοκομείο, νικημένος από τον καρκίνο που του 'τρωγε τα σωθικά. Κι'από προχθες πρέπει να 'χουν τρελλές πενιές εκεί απάνω.

Το νταλικόφωνο, προς τιμήν του, σας χαρίζει σήμερα μερικά από τα πολύ μεγάλα του τραγούδια. Παραλείπω μερικά  (στα σίγουρα), αλλά υπόσχομαι ένα μεγάλο αφιέρωμα σ'όλους αυτούς τους μεγάλους λαϊκούς. Σύντομα.

Μην Περιμένεις Πια
Λίγο-Λίγο Θα Με Συνηθίσεις
Είναι Η Ζωή Μου Άδεια
Ένα Τεφαρίκι
Πήραν Τα Στήθια Μου Φωτιά
Ούτε Ώρα Αναβολή
Μες Τους Πονεμένους Είμαι Κι Εγώ
Όλα Ρημάξανε
Για Το Χατήρι Μιας Αγάπης
Σβήσε Τις Ελπίδες Σου
Στο Σπίτι Μου Χαράματα
Αγωνίες
Αν Σε Πίκρανα Μετάνιωσα
Απαλλάχτηκα Από Σένα
Παράνομη Αγάπη
Εφτά Φορές Τη Μάζεψα