Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Μισώ τα νυχτολούλουδα [inertia creeps]


Πάνω στον κυματιστό δρόμο πεισματικά συνδεδεμένο με τις κνήμες εκείνου που ξαναφεύγει σήμερα όπως θα ξαναφύγει αύριο, επάνω στα ελαφρά κοιτάσματα της αφροντισιάς, χίλια βήματα κάθε μέρα σμίγουν με τα βήματα της προηγούμενης. Ήρθαμε κιόλας, θα ξανάρθουμε χωρίς να μας παρακαλέσουν. Καθένας πέρασε από κει, πηγαίνοντας απ'τη χαρά του στην τιμωρία του. Είναι ένα μικρό καταφύγιο μ'ένα τεράστιο καρμπυρατές απλής βενζίνης : βάζεις τό 'να πόδι μπροστά απ'τ'άλλο και φεύγεις.

Πίνακες σκεπάζουν τους τοίχους, οι γιορτές γεμίζουν μπουκέτα, ο καθρέφτης είναι γεμάτος αχνούς. Τόσοι φάροι σ'ένα ρυάκι και το ρυάκι είναι μέσα στο αγγείο του ποταμού. Δυο μάτια όμοια, προς χρήσιν του προσώπου σου και μόνο -δυο μάτια σκεπασμένα με τα ίδια μερμήγκια. Το πράσινο είναι σχεδόν ομοιόμορφα απλωμένο πάνω στα φυτά, ο άνεμος ακολουθεί τα πουλιά, δεν υπάρχει φόβος να δούμε τις πέτρες να πεθαίνουν. Αυτό που παράγεται δεν είναι ένα ζώο εκπαιδευμένο, αλλά ένα ζώο που εκπαιδεύει. Μπα. Είναι η απαράγραπτη τάξη μιας τελετουργίας, τόσο πομπώδους ήδη, επιτέλους! Το επαναληπτικό πιστόλι κάνει να φανούν τα λουλούδια στο ανθογυάλι, τον καπνό στο στόμα.

Ο έρωτας με τον καιρό, δεν χρειάζεται καθόλου να βλέπει καθαρά τη νύχτα.

Όταν δεν είσαι πια εδώ υπάρχει το άρωμά σου που μ'αναζητεί. Δεν κατορθώνω παρά να πάρω μονάχα το χρησμό της αδυναμίας σου. Το χέρι μου μέσα στο χέρι σου έμοιαζε τόσο λίγο με το χέρι σου μέσα στο χέρι μου. Η δυστυχία, βλέπεις, ακόμα κι η δυστυχία κερδίζει σαν την γνωρίσουν. Σε δέχθηκα μισή, δεν μπορείς να είσαι εδώ, είσαι η απόδειξη πως εγώ είμαι εκεί. Κι όλα συμφωνούν μ'αυτή τη ζωή που έφτιαξα για μένα για να 'μαι σίγουρος για σένα.

- Τι σκέπτεσαι τώρα;

- Τίποτα.