Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Τίποτα δεν ζει (όσο κι αν το θυμάσαι)



Δεν κάνεις το γύρο της ζωής σου χωρίς να καταλάβεις πως ποτέ δε συνάντησες αυτά τα μεγάλα φαντάσματα με τα καστανο-μελιά μάτια που περνούν στα βιβλία, ούτε ανατρίχιασες ένα βράδυ στην αγκαλιά σου την ωραία άγνωστη που δεν περίμενες.

Οι στγμές του πανικού υπήρξαν μικρές. Οι πεταλούδες, ευτυχώς, δεν έπεσαν πάνω μας σε συμπαγείς μάζες για να μας κάνουν να πέσουμε. Αν η ύδρα με τα γυναικεία κεφάλια είχε μια στάση νωχελική στις μπάρες των μπαρ, πρέπει να ομολογήσουμε ότι, αντίθετα, καθώς κοιτάμε κάθε βράδυ κάτω από τα έπιπλά μας, δεν καταφέραμε καθόλου να ανταλλάξουμε μερικές λέξεις παρά μόνο με μας, τους ανθρωπάκους της σκόνης. Μπορέσαμε να δούμε γράφοντας το ίδιο μας το κεφάλι με τον κονδυλοφόρο, ν'ακούσουμε το θόρυβο του σιδηροδρόμου κουνώντας τις παπαρούνες, ν'αγγίξουμε με το δάχτυλο τ'αστέρι της ταφόπετράς μας, δεν καταφέραμε να κρατήσουμε στο χέρι μας ένα υδάτινο εγχειρίδιο, έστω και για να σφάξουμε τον υδάτινο σωσία μας.

Δεν είδαμε στους καθρέφτες ένα άλλο πρόσωπο εκτός απ'το δικό μας, ούτε διάφανο ούτε αστραφτερό. Έχουμε ανεχθεί τα πάντα : τον ουρανό και τα πρόβατά του, όλες τις μορφές θυέλλης κι'ανέμου, τις περιστροδές του ήλιου και το δικό του φυτώριο πτηνών, το μαγκάλι των παλιοκαιρίτικων τραγουδιών, τα σφυρίγματα της συγκρατημένης οργής, τ'ανοιγμένα πανιά των σκαφών του αίματος, με τη σημαία ν'ανεμίζει στους κροτάφους, το δυνατό φως, τη σκακιέρα του παιχνιδιού του, τη λήθη των ονείρων και το ημερολόγιο.

Ούτε μια στιγμή ανάπαυλας, μόνο μια στιγμή λίγο πιο μεγάλη απ'τις άλλες, ούτε ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα μέσα στο χειμώνα. Μήκη, ναι, ας πούμε τη λέξη όπως δεν θα ντρεπόμασταν να την πούμε στον ιππόδρομο, μήκη μέσα στην παρουσία, στην απουσία, στην αναμονή.

Τι ν'απαντήσεις σ'αυτούς που δεν μας ζητούν το αδύνατο, σ'αυτούς που τίποτα δεν εκπλήττει; Με τα μάτια κατεβασμένα, φέρουμε το φορτίο της σιωπής από πάντα και για πάντα. Δεν θα το εγκαταλείψουμε προτού να τ'ακούσουμε να μας το ζητάει με ικεσίες.