Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Ένα adagio για τις αδικοχαμένες νιότες.




Από τις μέρες του Πολυτεχνείου έχω πολύ έντονες αναμνήσεις.
Παρότι πιτσιρικάκι 9 χρονώ, μαθητής της πέμπτης δημοτικού.
Θυμάμαι την πρόωρη αναχώρηση από το σχολείο, εκείνη την Παρασκευή 17 Νοέμβρη, με ευθύνη των γονιών, μιας και τα σχολικά δεν λειτούργησαν.
Την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στο σπίτι, την μεγάλη αδελφή (16 τότε) μουτρωμένη επειδή την εμπόδισε η μάνα μου να κατέβει Πολυτεχνείο με τους φίλους της, τον πατέρα μου με μία περίεργη έκφραση στο πρόσωπό του, τον παππού (τον σχωρεμένο κομμουνιστή) με μία λάμψη στα μάτια του και κείνο το μεγάλο ραδιόφωνο, με την ακόμα μεγαλύτερη κεραία, να ξερνάει στη διαπασών τραγούδια που, μέχρι τότε, μας έβαζε η μάνα μου κι'ακούγαμε σιγανά.
Κι'εκείνες τις φωνές, κι'εκείνο το "Εδώ Πολυτεχνείο" που με ανατρίχιαζε χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί. Το ένιωθα όμως σαν κάτι του αγώνα. Σαν αυτά που με μάθαινε ο παππούς. Σαν αυτούς που ερχόταν, που και που, τα βράδυα σπίτι για να μείνουν μια νύχτα κρυμμένοι και να ξαναφύγουν. Βράδυ πάλι, και με τους κεφτέδες της μάνας μου παραμάσχαλα.
Θυμάμαι την Παρασκευή το βράδυ, την μεγάλη αδελφή και τους γονείς μου να παίρνουν το ράδιο στην μεγάλη κρεββατοκάμαρα, να μας αφήνουν να κάτσουμε μαζί τους μέχρι τις 12 (μεγάλη υπόθεση). Και τις φωνές των εκφωνητών. Τις εκκλήσεις για γιατρούς και φάρμακα. Και μου 'κανε μεγάλη εντύπωση. Γιατί το έβλεπα σαν πόλεμο. Σαν τη "Μάχη" που έβλεπα στην ασπρόμαυρη τηλεόραση. Μόνο που τώρα η μάχη γινόταν 2-3 χιλιόμετρα απ'το σπίτι.
Και το ανήσυχο ύπνο μου, αγκαλιά με την μικρότερη αδελφή μου.

Θυμάμαι το ξύπνημα, το επόμενο πρωί. Σάββατο 18 Νοέμβρη. Τη μάνα μου με την αδελφή μου στην κουζίνα. Το περίεργο ύφος τους.
Και μετά την ταράτσα του σπιτιού μας. Εκεί που η αδελφή μου με μία συνομήλικη φίλη της καθόταν αγκαλιασμένες και έκλαιγαν, ενώ οι ριπές τον πολυβόλων έφταναν καθαρά στ'αφτιά μας.
Και τον φόβο μου. Όταν έμαθα ότι ο πατέρας μου ήταν εκεί έξω. κουβαλώντας τραυματίες.

Ήθελα να γράψω πολλά για το Πολυτεχνείο. Ήθελα να σταθώ στην απύθμενη υποκρισία των "πολιτικά βολεμένων" ή των "επαγγελματιών της πολιτικής" να μας μιλούν για νίκες "που το μέλλον θα φέρει" στηριζόμενοι στην αυτοθυσία των παιδιών (και λιγότερο παιδιών) κείνου του Νοέμβρη.
Αλλά, ειλικρινά, δεν θέλω να χαλαστώ άλλο. Νοιώθω ήδη τόση αηδία γι'αυτά τα ανθρωπάκια, που δεν θα μου χαλάσουν τις θύμισες με την ελεεινή τους εξουσιολαγνεία.
Τους αφήνω στις προσδοκίες τους, πεινασμένους για αντίθετα επιχειρήματα, μιας και τα δικά τους βρωμάνε ήδη μούχλα.
Και, πολλοί απ'αυτούς, επικαλούνται το παρελθόν τους σαν "γενιά του Πολυτεχνείου". Αρχίδια με ρίγανη. Όσο επικίνδυνοι είναι οι φασίστες με την επίτηδες διαστρέβλωση της ιστορίας, άλλο τόσο είναι κι'αυτοί που αναφέρονται σε γενιές οιουδήποτε ΑΕΙ ή ιστορικών γεγονότων.
Δεν υπάρχουν επώνυμοι καμιάς γενιάς. Κι'όσοι πιστεύουν το αντίθετο, ας κρατήσουν τα σύμβολά τους ψηλά, μέχρι να 'ρθει η ώρα που τους τάζουν πως θα 'ρθει. Κι'όταν (για μία ακόμα φορά) φάνε την απογοήτευση στα μούτρα, τους περιμένω για κρασί.
Οι "επώνυμοι" είτε δημιουργούνται, είτε πλασσάρονται έντεχνα στις διψασμένες για σύμβολα μάζες. Και, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, προσαρμόζονται στο σύστημα, από το οποίο αντλούν απολαύσεις και προνόμια, τα οποία (υποτίθεται πως) καταδικάζουν. Κι'αυτό ανέκαθεν, όποια κι'αν ήταν η "γενιά" : είτε της Αντίστασης, είτε του Εμφυλίου, είτε της Δικτατορίας, είτε του Πολυτεχνείου, είτε του Γενάρη του '08, είτε της παρωδίας των αγανακτισμένων του '11, είτε των Μνημονίων.
Το Πολυτεχνείο ήταν μία ιστορική πράξη αυτών στους οποίους οι "επαγγελματίες της πολιτικής" αναφέρονται τόσο συχνά, όσο τους έχουν γραμμένους στ'αρχίδια τους : στους από τα κάτω. Στους ανώνυμους φοιτητές, στους εργάτες, στους μισθωτούς, στους μαθητές. Για όποιον ξέρει, όταν άρχισαν οι γενικές συνελεύσεις των φοιτητών μέσα στο Πολυτεχνείο, οι πολιτικές νεολαίες είχαν πάρει πούλο κανονικά. Τα πολιτικά κόμματα μια απ'τα ίδια. Γι'αυτό και μέσα στη διαχρονική τους βλακεία, άλλοι την έκαναν με ελαφρά κι'άλλοι έσπευσαν να μιλήσουν για "προβοκάτορες".
Για όποιον δεν ξέρει, ας διαβάσει και κανά σωστό βιβλίο. Το "Εγώ ο προβοκάτορας" του Κατσαρού ας πούμε.
Σ'αυτούς λοιπόν τους "από τα κάτω" (που πότε θα σας πάρουν με τις λεμονόκουπες δεν ξέρω) θέλω σήμερα ν'αφιερώσω αυτή την ανάρτηση.
Και για να μην το ξεχάσω, γι'αυτούς που σήμερα σκίζουν τα ρούχα τους για όσους από τη "γενιά του Πολυτεχνείου" εξαργύρωσαν τον αγώνα τους με βουλευτιλίκια και θέσεις : έχετε πάρει χαμπάρι τι ακριβώς προσπαθούν να κάνουν οι αντίστοιχοι της "γενιάς του Δεκέμβρη 2008"; Γι'αυτό, για άλλη μία φορά, κόφτε την πλάκα.  
Κι'όπως τα λέει και ο Αριστοφάνης στους Αχαρνής : "Οι θεατές μας να ξέρουν την αλήθεια, μα ο χορός σαν χαζός να μας κοιτάει. Καθώς θα λέμε τα χαντρά μας παραμύθια, να μη μας φάει"

Κι'επειδής εδώ δεν παίζουν ούτε επιδοτήσεις, ούτε επιχορηγήσεις, θα μιλήσω όπως ξέρω : με μουσική.

Μ'ένα από τα πιο υπέροχα θλιμμένα κλασσικά κομμάτια. Που υπεραγαπώ.
Το Adagio σε g minor (ή σολ μινόρε) του μεγάλου ιταλού συνθέτη Tomaso Giovanni Albinoni (1671-1751). Του περίφημου αυτού βενετσιάνου μπαρόκ συνθέτη, ο οποίος συνέθεσε πάνω από 80 όπερες, αφού αυτό ήταν κυρίως το είδος τους. Από τις οποίες όμως σώζωνται ελάχιστες.
Δεν συνέβει όμως το ίδιο και για τα οργανικά του έργα (10 συλλογές), τα οποία διασώθηκαν ανέγγιχτα. Οργανικά έργα κυρίως για όμποε (Op.1 - Op.10), αφού είναι ο πρώτος ιταλός συνθέτης που ασχολήθηκε μ'αυτό το μαγικό όργανο, παρότι βιολιστής ο ίδιος.
Εκτός από ένα έργο του : το Adagio in g minor.
Ναι, καλά διαβάσατε. Απ'αυτό το έργο δεν διασώθηκαν παρά λίγες εισαγωγές και το κομμάτι του basso continuo. Αυτός είναι και ο λόγος που, παρότι παντού αναφέρεται σαν έργο του Albinoni, στην πραγματικότητα ο συνθέτης του είναι ο Remo Giazotto (1910-1998), περίφημος μουσικολόγος του 20ου αιώνα και βιογράφος του Albinoni.
Αυτός είναι που, λίγο μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, ανέκτησε τις όσες πολύτιμες παρτιτούρες είχαν απομείνει από την Κρατική Βιβλιοθήκη της Σαξωνίας που, διασώθηκε από τους καταστροφικούς συμμαχικούς βομβαρδισμούς της Δρέσδης (Φλεβάρης-Μάρτης 1945).
Διαβάζοντάς τις, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ήταν τμήματα μιας εκκλησιαστικής σονάτας σε σολ μινόρε (sonata da chiesa), το όλο κομμάτι της Op.4 του συνθέτη, γύρω στα 1708.
Σ'αυτόν λοιπόν το χρωστάμε.

Καλημέρα και ραντεβού στους δρόμους.

Σε Μνήμη